Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Καπνός απο καμίνι - Διήγημα

Ο ή­λιος εί­ναι ψη­λά και η ζέ­στη έ­ντο­νη, οι πέ­τρες κρο­τα­λί­ζουν στο πέ­ρα­σμα μας, α­κο­λου­θού­με έ­να μο­νο­πά­τι που τα ί­χνη του χά­νο­νται στην πλα­γιά, ο­δη­γεί στη με­γά­λη λά­κα. Ο Βα­σί­λης πε­ζός προ­πο­ρεύ­ε­ται, χα­ρά­ζει δρό­μο και ε­γώ στο τι­μό­νι ο­δη­γώ με ρυθ­μούς χε­λώ­νας, α­κο­λουθώ τα τερ­τί­πια του εδάφους και τις ο­δη­γί­ες αλ­λιώς κιν­δυ­νεύ­ου­με να βρε­θού­με προ εκ­πλή­ξε­ων.
Οι δια­δρο­μές ε­κτός δρό­μου θέ­λουν γνώ­σεις, σε­βα­σμό στο πε­ρι­βά­λλον και πλήρω­μα που να δια­θέ­τει ε­μπει­ρί­α. Μέ­χρι να φθά­σου­με στη καρ­διά  της λά­κας πέ­ρασε αρ­κε­τή ώ­ρα, έ­να φυ­σι­κό ε­μπό­διο μας υ­πο­χρέ­ω­σε σε δίωρο σκά­ψι­μο προ­κειμέ­νου να πε­ρά­σου­με με α­σφά­λεια. Ό­σο πλη­σιά­ζα­με μυ­ρω­διά κα­πνού ερ­χό­ταν απ`το βά­θος της ρε­μα­τιάς που ή­ταν πνιγ­μέ­νη στο πρά­σι­νο. Με δυ­σκο­λί­α, συ­νε­χείς ε­λιγ­μούς και στά­σεις για έ­λεγ­χο του ε­δά­φους φτά­σα­με σε ένα ξέφωτο.
Το τρε­χού­με­νο νε­ρό ή­ταν θεί­ο δώ­ρο, αν και λι­γο­στό μας δρό­σι­σε.
Στην α­πέ­να­ντι πλα­γιά α­πλω­νό­ταν έ­να δά­σος α­ριάς  τό­σο πυ­κνό που ο ή­λιος δεν το περ­νού­σε. Το έ­δα­φος ή­ταν καλ­υ­μμέ­νο α­πο πα­χύ στρώ­μα φύλ­λων, γύ­ρω ή­ταν διά­σπαρ­τα α­πο­μει­νά­ρια α­πο κο­νά­κια τσοπαναραίων α­πο το μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν, όταν τα βου­νά έ­σφι­ζαν α­πο ζω­ή και κου­δου­νί­σμα­τα.

Η μυ­ρω­διά του κα­πνού γι­νό­ταν α­πο­πνι­κτι­κή, η ά­πνοια τον κρα­τούσε χα­μη­λά, μό­λις περ­νού­σε τα πλα­τά­νια.
Α­νη­συ­χή­σα­με κι αρ­χί­σα­με να ψά­χνου­με για τη φω­τιά αλ­λά η α­νη­συ­χί­α μας κράτη­σε λί­γο. Απ` το δά­σος α­νά­με­σα απ`τα ίλ­κια ξε­πρό­βα­λε έ­νας μαύ­ρος  σκύλος α­πο κεί­νους τους τσο­πα­νό­σκυ­λους που συ­να­ντάς στα κο­πά­δια της Νό­τιας Εύ­βοιας,
Μέ­τριο α­νά­στη­μα, φου­ντω­τή ου­ρά και μά­τια που πε­τούν σπί­θες, εί­ναι ντό­πια ρά­τσα,
ό­λα έ­χουν μια κο­ψιά λές και εί­ναι βγαλ­μέ­να απ` το ί­διο κα­λού­πι.
Μας πλη­σί­α­σε α­πει­λητι­κός γαβγίζοντας, έ­δει­χνε τα δό­ντια του αλ­λά κρα­τούσε α­πό­στα­ση α­σφα­λεί­ας. Σε λί­γο πρό­βα­λε έ­να μου­λά­ρι φορ­τω­μέ­νο ξύ­λα, με­τά και δεύ­τε­ρο, τα συ­νό­δευε μια με­σό­κο­πη γυ­ναί­κα με μέ­τριο α­νά­στη­μα, ή­ταν γε­ρο­δε­μέ­νη, στα χέ­ρια της κρα­τού­σε μα­γκού­ρα που την γύ­ρι­ζε στον α­έ­ρα με τέχνη.
Δρα­σκέ­λι­σε τη ρε­μα­τιά με ευ­κι­νη­σί­α που θα την ζή­λευε έ­φη­βος κι έ­κα­νε προς το μέ­ρος μας. Μας χαι­ρέ­τι­σε, η α­πο­ρί­α ή­ταν ζω­γρα­φι­σμέ­νη στο πρόσωπο της, δεν μπο­ρού­σε να κα­τα­λά­βει πως  βρε­θή­κα­με ε­κεί με τ`α­μά­ξι α­φου δεν υ­πάρ­χει δρό­μος και η πρό­σβα­ση γί­νε­ται μό­νο με τα πό­δια ή με ζώ­α κι ό­ταν α­κό­μα της εξη­γή­σα­με φαι­νό­ταν να μη το πι­στεύ­ει κοι­τού­σε μια το α­μά­ξι μια ε­μάς και χαμο­γε­λού­σε.
Μας κά­λε­σε πιο κά­τω για κα­φέ, ό­χι δεν ή­ταν το σπί­τι της, α­πλά εί­χε στή­σει ένα κα­μί­νι με τον ά­ντρα της. Κα­τη­φο­ρί­σα­με τη ρε­μα­τιά έ­χο­ντας το σκυ­λί στα  τρί­α μέ­τρα να γαβγίζει α­στα­μά­τη­τα, αν δεν ή­ταν τ`α­φε­ντι­κό του κο­ντά σί­γου­ρα  θα εί­χε ε­πι­τε­θεί και δί­καια διό­τι βρι­σκό­μα­σταν στην πε­ριο­χή του.
Το κα­μί­νι ή­ταν σχε­δόν έ­τοι­μο, ο μπάρ­μπα Θόδωρος -έ­τσι τον έ­λε­γαν- έ­ρι­χνε τις τε­λευ­ταί­ες φτυα­ριές χώ­μα για να κα­λύ­ψει τα κε­νά.
Μας εί­δε να φθά­νου­με, ά­φη­σε τη δου­λειά και ήλ­θε να μας κα­λω­σο­ρί­σει, η χει­ραψί­α του ή­ταν ε­γκάρ­δια, το ί­διο και η κυ­ρά Λουκία η γυ­ναί­κα του.
Κα­θί­σα­με κα­τά­χα­μα και κάναμε κουβέντα α­πό που εί­μα­στε, πως φθά­σα­με μέ­χρι ε­κεί. Πά­νω στην ώ­ρα ήλ­θε και το πα­τρο­πα­ρά­δο­το τσί­που­ρο, ζυ­μω­τό ψω­μί, φρέ­σκο κε­φα­λο­τύ­ρι και ντο­μά­τα α­πο το φα­νά­ρι. Φα­νά­ρι σε λει­τουρ­γί­α εί­χα να συ­να­ντή­σω α­πο παι­δί. Οι γεύ­σεις ή­ταν μο­να­δι­κές κι ό­λα αυ­τά κά­τω απ` τα πλα­τά­νια.
Η συ­ζή­τη­ση που α­κο­λού­θη­σε εί­χε εν­δια­φέ­ρον, μά­θα­με α­πο πρώ­το χέ­ρι για το κα­μί­νι, τα κάρ­βου­να και τα μυ­στι­κά τους.
Ο μπάρ­μπα Θόδωρος εί­ναι χείμαρρος στη διήγηση του, μι­λά­ει δυ­να­τά, μορ­φά­ζει, κά­νει χει­ρο­νο­μί­ες, πε­τά­ει αρ­βα­νί­τι­κες λέ­ξεις, εί­ναι α­πό­λαυ­ση να τον παρα­κο­λου­θείς.
Την δου­λειά την έ­μα­θε α­πο  τον πα­τέ­ρα του.Ή­ταν παι­δά­κι α­κό­μη ό­ταν τον έ­παιρνε κο­ντά του, ξη­με­ρο­βρα­δια­ζό­τα­νε στο κα­μί­νι, βο­η­θού­σε και μά­θαι­νε την τέχνη.

Η πα­ρα­γω­γή κάρ­βου­νου εί­ναι πα­ρα­δο­σια­κή τέ­χνη της Αρ­με­νί­ας, στη Βό­ρεια Ελ­λά­δα την ξε­κί­νη­σαν οι Σα­μο­θρα­κή­τες και ε­πε­κτά­θη­κε και στη Νό­τια.
Ο μπάρ­μπα Θοδωρής αφηγείται, κα­τα­γρά­φω τα πά­ντα.
Τα πα­λιά χρό­νια ά­δεια κο­πής ξύ­λων έ­βγα­ζε μό­νο ο έ­μπο­ρος και έ­στη­νε κα­μίνια κα­τά πα­ραγ­γε­λί­α, κα­τό­πιν α­γό­ρα­ζε 1,5-2 δραχ­μές το κι­λό α­πο τον πα­ρα­γω­γό.
Σή­με­ρα οι ά­δειες εκ­δί­δο­νται α­πο το Δα­σαρ­χεί­ο κατ` ευ­θεί­αν στον πα­ρα­γω­γό και τα κάρ­βου­να τα ε­μπο­ρεύ­ε­ται μό­νος του. Η ποιό­τη­τα ε­ξαρ­τά­ται α­πο τον μάστο­ρα και την τέ­χνη του, το κα­λύ­τε­ρο ξύ­λο εί­ναι το πουρ­νά­ρι και το ρύ­κι σπανί­ζουν ό­μως, με­τά εί­ναι η δρύς, η βα­λα­νι­διά και η ε­λιά. Η κα­τα­σκευ­ή του εί­ναι ό­λη η τέ­χνη, α­πο­τε­λεί­ται από ξύ­λα, ά­χυ­ρο και χώ­μα.
Η αρ­χή γί­νε­ται με τη συλ­λο­γή ξύ­λου, κο­πή κα­τά μέ­γε­θος, α­τέ­λειω­τες πο­ρεί­ες με τα μου­λά­ρια και στοίβαγμα σε κύ­κλο εί­ναι η δη­μιουρ­γί­α του κα­μι­νιού.
Α­φού στοιβαχτούν τα ξύ­λα ντύ­νο­νται με ά­χυ­ρο για να κρα­τά το χώ­μα με το ο­ποίο θα κα­λυ­φθεί ο­λό­κλη­ρο. Στην κο­ρυ­φή α­φή­νουν μια τρύ­πα α­νοι­χτή, α­πο ε­κεί θα βά­λουν φω­τιά, περιφερειακά πέ­ντε –έ­ξι τρύ­πες λει­τουρ­γούν σαν α­ε­ρα­γω­γοί.
Εικοσιπέντε τό­νοι ξύ­λου αρ­κούν για να δώ­σουν 6 τό­νους κάρ­βου­νου.
Εί­ναι ση­μα­ντι­κό το κα­μί­νι να έ­χει κα­λή καύ­ση, ε­άν πά­ρει πο­λύ α­έ­ρα,το κάρ­βου­νο  γί­νε­ται ε­λα­φρύ, δεν κρα­τά­ει . Ό­ταν ο α­έ­ρας περ­νά­ει με μέ­τρια ρο­ή γί­νεται βα­ρύ,έ­τσι κερ­δί­ζει ο πα­ρα­γω­γός σε κι­λά  αλ­λά και ο κα­τα­να­λω­τής για­τί κρα­τά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρη ώ­ρα η καύ­ση, αυ­τό χαρακτηρίζει και την ποιό­τη­τα.
Το κα­μί­νι θέ­λει το μά­στο­ρα στην κυ­ριο­λε­ξί­α σε ε­γρή­γορ­ση, ε­άν υ­πο­χω­ρή­σει το χώ­μα και α­νοί­ξει τρύ­πα σε κά­ποιο ση­μεί­ο εί­ναι χα­μέ­νος κό­πος, ο κίν­δυ­νος να γί­νει στά­χτη είναι με­γά­λος. Τα βρά­δια φυ­λά­νε βάρ­διες, το φέρ­νουν βόλ­τα με το φα­νό ό­λη τη νύ­χτα. Ό­ταν ο κα­πνός γί­νει γα­λά­ζιος ση­μαί­νει ό­τι η καύση εί­ναι κα­λή, κα­τε­βά­ζουν με προ­σο­χή τις στί­βες των ξύ­λων που υ­πο­χω­ρούν κάθε τρείς η­μέ­ρες-δου­λειά ε­πι­κίν­δυνη- μέ­χρι να κά­τσει τε­λεί­ως.
Ό­ταν ο­λο­κλη­ρω­θούν οι ερ­γα­σί­ες, κα­θα­ρί­ζουν το ά­χυ­ρο και το κάρ­βου­νο εί­ναι έ­τοι­μο να γε­μί­σει τα τσου­βά­λια. Η καύ­ση διαρ­κεί 15 η­μέ­ρες και α­παι­τού­νται άλλες 4 για να το­πο­θε­τη­θεί στα σακ­κιά το βά­ρος των ο­ποί­ων κυμαίνεται α­πο 40 έ­ως 45 κι­λά.
Πω­λεί­ται με το κι­λό αλ­λά και με το σακίί. Συ­νο­λι­κά α­παι­τεί­ται έ­νας μή­νας για συλ­λο­γή ξύ­λου, στοίβαγμα, κά­ψι­μο, τσου­βά­λια­σμα. Ο κύ­κλος ζω­ής του κα­μι­νιού εί­ναι συ­νε­χής α­γώ­νας και φτιά­χνουν 4-5 το χρό­νο.
Η κα­λύ­τε­ρη ε­πο­χή εί­ναι η Ά­νοι­ξη και το Φθινόπωρο διό­τι ο και­ρός εί­ναι δροσε­ρός και το ξύ­λο γε­ρό. Οι ε­πο­χές αυ­τές δί­νουν τη δυ­να­τό­τη­τα για δου­λειά όσο κρα­τά­ει το φώς της η­μέ­ρας. Το κα­λο­καί­ρι εί­ναι ε­πι­κίν­δυ­νο για φω­τιά, τον χει­μώ­να α­πα­γο­ρευ­τι­κό λό­γω βρο­χής. Την τέ­χνη του κα­μι­νιού την μα­θαί­νουν συ­νέ­χεια, εί­ναι δου­λειά των με­γά­λων αν­θρώ­πων, ε­λά­χι­στοι νέ­οι α­σχο­λού­νται με τα κάρ­βου­να.
Ο μπάρ­μπα Θόδωρος τέ­λειω­σε το τσι­γά­ρο του, ση­κώ­θη­κε και πή­γε προς το κα­μί­νι,σαν αί­λου­ρος α­νέ­βη­κε τη σκά­λα και του`δω­σε φω­τιά, κα­τέ­βη­κε τό’­φε­ρε βόλ­τα πα­ρα­τη­ρώ­ντας το προσεκτικά, το σταύ­ρω­σε και γύ­ρι­σε προς το μέ­ρος μας.
Στο βλέμμα  του εί­χε σχη­μα­τι­σθεί η γα­λή­νια ει­κό­να της α­να­μο­νής.

Α­νά­λα­φρη αύ­ρα συ­νο­δεύ­ει τη δι­ή­γη­ση του μπάρ­μπα Θόδωρου, δί­νει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι ό­λα τα εί­χε κρυμ­μέ­να μέ­σα του σα να περίμενε τη στιγμή να τ`α­φή­σει ε­λεύ­θε­ρα ν` α­να­κα­τευ­θούν με την καρ­βου­νό­σκο­νη α­να­δρο­μή στα α­ό­ρατα μο­νο­πά­τια του νού που περ­πά­τη­σε α­πο τα παι­δι­κά του χρό­νια μέ­χρι σή­με­ρα.
Σκλη­ρή πο­ρεί­α ζω­ής, ε­πι­βί­ω­ση κά­τω α­πο α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες, στο πλευ­ρό του άρρη­κτος κρί­κος η γυ­ναί­κα του, μη­τέ­ρα, φί­λος, σκλη­ρός δου­λευ­τής, ο ι­δα­νι­κός συνδυασμός.

Ο κα­πνός μυ­ρί­ζει α­κό­μη ό­ταν κοι­τώ τις φω­το­γρα­φί­ες, τα ρυτιδιασμένα πρό­σω­πα του μό­χθου κα­λύ­πτει η μαύ­ρη σκό­νη, ρο­ζια­σμέ­να χέ­ρια, άν­θρω­ποι της υ­παί­θρου, οι τε­λευ­ταί­οι καρ­βου­νιά­ρηδες.

1 σχόλιο: