Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Πέτρινα μονοπάτια




Υπάρχουν εικόνες που οι λέξεις περιττεύουν, μονοπάτια που χάραξαν τη ζωή του τόπου δημιουργώντας την παράδοση που φωτίζει το μέλλον.
Καλντερίμια με ομορφιά διαχρονική παραμένουν μάρτυρες περασμένων εποχών, πάνω τους κυλά η ιστορία και οι σκιές των ανθρώπων που έζησαν, περπάτησαν και δημιούργησαν δρόμους ζωής και επικοινωνίας. Μονοπάτια που σμίλεψαν γενιές συνεχίζουν τον ατέλειωτο κύκλο της ζωής άφθαρτα από το χρόνο.
Καλντερίμι στα Στύρα

Μάρτης ο Ανοιξιάτης


ΜΑΡΤΗΣ Ο ΑΝΟΙΞΙΑΤΗΣ
«Κάλιο Μάρτης στις γωνιές, παρά Mάρrης στις αυλές»
«Mάρrης είναι χάδια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει»
«Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης»
«Από Μαρτιού καλοκαιριά, κι απ' Αυγουστο χειμώνα»


Οι ασταθείς καιρικές συνθήκες έδωσαν πολλές ονομασίες στον Μάρτη στην Ελλάδα. Είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης, ο πρώτος που καλωσορίζει δειλά το καλοκαίρι.
Θεωρείται ο κατάλληλος μήνας για το φύτεμα των δένδρων γι' αυτό τον αποκαλούν και φυτευτή.
Ο Mάρτης είναι ορόσημο της μετάβασης από την χειμερινή στην ανοιξιάτικη και την χειμερινή περίοδο( από Μάρτη καλοκαίρι). Κατά την αρχαιότητα τις πρώτες ημέρες του Ελαφηβολιώνος, αρχές της Άνοιξης, οι Αθηναίοι γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια μία από τις μεγαλύτερες γιορτές τους. Ιερείς, ποιητές, μουσικοί, πλούσιοι πολίτες και απλός λαός έπαιρναν μέρος στην πολυήμερη γιορτή του Διoνύσου Ελευθερέως. Ήταν η εισαγωγή της αγροτικής λατρείας στο άστυ και αποδίδεται στον Πεισίστρατο κατά τον 60αιώνα π.χ Ανάλογες γιορτές προς τιμήν του Διoνύσoυ γιόρταζαν πολλοί Δήμοι της Αττικής και η γιορτή της Αθήνας είχε πρότυπο τις γιορτές αυτές των Δήμων. Με τα Διονύσια συνδέεται η εμφάνιση των Δραματικών αγώνων. Η εαρινή ισημερία είναι το σημαντικότερο αστρονομικό φαινόμενο του μηνός. Στο Έργα και Ημέραι ο Ησίοδος (8ος αιών πχ) υποδεικνύει τον Μάρτιο ως τον καrαλληλότεpo χρόνο για τις γεωργικές εργασίες και την ναυσιπλοϊα βάση αστρονομικών παραrηρήσεων.
Από παιδί θυμάμαι τον Μάρτη που δέναμε ένα νήμα στον καρπό για να μην μας πιάνει ο ήλιος, κατάλοιπο από την αρχαία ελληνική λατρεία των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Η δύναμη των. χρωματιστών νημάτων είναι κοινή σε πολλούς λαούς, υπάρχουν αναπαραστάσεις σε αρχαίες αγγειογραψίες ατόμων με κλωστές δεμένες στον καρπό του χεριού η στα στήθη. Η συνήθεια της περιδέσεως των χρωματιστών νημάτων είναι παλαιότατη, μνεία της γίνεται τον 4ο αιώνα από τον Ι.Χρυσόστομο ο οποίος την χαρακτηρίζει ως μη χριστιανική.

Ένα ακόμη έθιμο πρωτομαρτιάτικο της βορείου Ελλάδος είναι το χελιδόνισμα η τα κάλαντα της Ανοίξεως, με τραγούδια που έλεγαν τα παιδιά γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι κραrώντας ομοίωμα χελιδονιού. Τα λαϊκά έθιμα και δοξασίες χάνονται στα βάθη των καιρών.

Ο ΜΑΡΤΉΣ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Ο Μάρτιος είναι άρρηκτα δεμένος με την Σαρακοστή, την περίοδο των σαράντα ημερών από την καθαρά Δευτέρα έως το Πάσχα, τα έθιμα της οποίας τηρούνται περισσότερο από άλλα επειδή συνδέονται με την θρησκεία. Κύριο χαρακτηριστικό της Τεσσαρακοστής είναι η νηστεία που η παράδοση την θέλει απόλυτη τις τρεις πρώτες ημέρες. Η αποχή από το κρέας , τα γαλακτοκομικά, τα αυγά, και γενικά από τις ουσίες που επιβαρύνουν τον οργανισμό από τον χειμώνα, θα διαρκέσει μέχρι το Πάσχα. Για την μεγάλη νηστεία, παρίσταναν τη Σαρακοστή χωρίς στόμα.. μια γυναίκα ξερακιανή-η κυρά Σαρακοστή- αυστηρή, με τα χέρια σταυρωμένα για την προσευχή, και με επτά πόδια όσες και οι εβδομάδες μέχρι το Πάσχα. Την έφτιαχναν από χαρτόνι ή πανί παραγεμισμένο με πούπουλα και την κρεμούσαν από το ταβάνι. Κάθε εβδομάδα που περνούσε έκοβαν κι από ένα πόδι μέχρι να φτάσει το Πάσχα. Κατά την διάρκεια της Σαρακοστής δεσπόζουν οι χαιρετισμοί της Παναγίας κάθε Παρασκευή, και η λατρεία των νεκρών τα Ψυχοσάββατα. Η Σαρακοστή συμπίπτει με την ανοιξιάτικη αναγέννηση της ζωής και της Φύσης, συνδέεται με μια σειρά από θρησκευτικά έθιμα που από βλέπουν στην αποτροπή του κακού και στην εξασφάλιση της γovιμότητας, της καλoχρονιάς και της καλής τύχης. Οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια (γιορτή των λουλουδιών και των νεκρών). Οι Ρωμαίοι και κατόπιν οι Βυζαντινοί γιόρταζαν τα Λεμούρια η Ροσάλια

Ο ΜΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΓΕΥΣΗΣ
Το χαμομήλι πλέκει το πρελούδιο της Ανοιξιάτικης γεύσης. Κάνει την εμφάνιση του στους αγρούς και το αφέψημα του χαρακτηρίζει την ελληνική Άνοιξη. Και ενώ οι χαρταετοί ανεμίζουν στον ουρανό της Καθαρής Δευτέρας το τραπέζι πλημμυρίζει από νηστίσιμες λιχουδιές, ταραμοσαλάτες, ελιές, χαλβά, για να συμπληρώσει το καθαρό του ουρανού με την κάθαρση του οργανισμού μας γιατί σύμφωνα με την Κα Εύη Βουτσινά συγyραφέα ο "Μάρτης θέλει φqγιά γλυκόγευστα το σώμα, ανάλαφρο να χαίρεται το ξάνοιγμα του καιρού.

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Το γεφύρι του Πλατανιστού

Το γεφύρι του σήμερα ενώνει το παρελθόν με την εγκατάλειψη.
Πέτρες που στοίβαξαν χέρια με μαστοριά, στέκει ακλόνητος φύλακας του παρελθόντος, τότε που η παράδοση ήταν πραγματικότητα.
Το πήγαινε-έλα των παιδιών της απέναντι ρεματιάς ήταν συνεχές γιατί το ρυτιδιασμένο σχολείο λειτουργούσε.
Εκατόν ογδόντα ψυχές το γέμιζαν χαρούμενες φωνές, το κουδούνι χτυπούσε το διάλειμμα, το σχόλασμα, τη ζωή την ίδια.
Πλατάνια το σκέπασαν, περιμένουν καρτερικά την άνοιξη να το ντύσουν με χρώματα και μυρωδιές, επιβράβευση της καρτερίας του.
Το νερό κυλά άλλοτε γαλήνια κι άλλοτε με παφλασμό, δρασκελίζει τα σμιλεμένα βράχια, δραπετεύει απο τη ματιά μου βιαστικά χωρίς υπόσχεση επιστροφής.
Τίποτα δεν ταράζει το γεφύρι της μοναξιάς, θαρρείς ο χρόνος πάγωσε κάτω απο την τεράστια καμάρα και υπομένει τη μοίρα του, μιάς και οι κάτοικοι γέρασαν και περιμένουν τη δύση  με το βλέμμα καρφωμένο στο παρελθόν..

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Σμίξη

Το νερό που κατηφορίζει αφρισμένο απ το βουνό, πουθενά δε βρίσκει γωνιά να ξαποστάσει. Ξεκινά από ψηλά με ορμή και όταν φτάνει στη θάλασσα γαληνεύει, γίνεται τραγούδι μονότονο που, σαν ξέρεις να ακούς, συμφωνία ολάκερη.
Ροή σκεφτική, κουλουριάζεται στα πλατάνια για ν΄αφουγκρασθεί τη συλλογή τους.
Περνά το γεφύρι και καμαρώνει τη μαστοριά του. Νερό και πέτρα σε πλήρη αισθητική σμίξη.
Γεφύρια της Καρυστίας.

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Πρεμιέρα


Απόγευμα στην παραλία των Νέων Στύρων, τα σύννεφα προσπαθούν να συγκρατήσουν τις ακτίνες του ήλιου που αιωρούνται πάνω από τη θάλασσα, η παραλία έρημη ξεκουράζεται από την ανθρώπινη παρουσία. Το καλοκαίρι πολύβουη ήταν γεμάτη ζωή, τώρα που οι παραθεριστές έφυγαν μπορείς ν`απολαύσεις μοναδικές στιγμές χαλάρωσης κάνοντας βόλτες στον παραλιακό δρόμο. Τα σύννεφα αλλάζουν σχήματα, τρέχουν να ζήσουν την εποχή τους. Το παραγαδιάρικο καΐκι περιμένει την ώρα της αναχώρησης. Το ηλιοβασίλεμα απλώνει τεράστιες κουρτίνες φωτός, κάθε λεπτό δίνει νέα διάσταση στο τοπίο, θυμίζει σκηνή θεάτρου που ανοίγει αυλαία, μόνο που πρεμιέρα έχει κάθε μέρα.

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Καπνός απο καμίνι - Διήγημα

Ο ή­λιος εί­ναι ψη­λά και η ζέ­στη έ­ντο­νη, οι πέ­τρες κρο­τα­λί­ζουν στο πέ­ρα­σμα μας, α­κο­λου­θού­με έ­να μο­νο­πά­τι που τα ί­χνη του χά­νο­νται στην πλα­γιά, ο­δη­γεί στη με­γά­λη λά­κα. Ο Βα­σί­λης πε­ζός προ­πο­ρεύ­ε­ται, χα­ρά­ζει δρό­μο και ε­γώ στο τι­μό­νι ο­δη­γώ με ρυθ­μούς χε­λώ­νας, α­κο­λουθώ τα τερ­τί­πια του εδάφους και τις ο­δη­γί­ες αλ­λιώς κιν­δυ­νεύ­ου­με να βρε­θού­με προ εκ­πλή­ξε­ων.
Οι δια­δρο­μές ε­κτός δρό­μου θέ­λουν γνώ­σεις, σε­βα­σμό στο πε­ρι­βά­λλον και πλήρω­μα που να δια­θέ­τει ε­μπει­ρί­α. Μέ­χρι να φθά­σου­με στη καρ­διά  της λά­κας πέ­ρασε αρ­κε­τή ώ­ρα, έ­να φυ­σι­κό ε­μπό­διο μας υ­πο­χρέ­ω­σε σε δίωρο σκά­ψι­μο προ­κειμέ­νου να πε­ρά­σου­με με α­σφά­λεια. Ό­σο πλη­σιά­ζα­με μυ­ρω­διά κα­πνού ερ­χό­ταν απ`το βά­θος της ρε­μα­τιάς που ή­ταν πνιγ­μέ­νη στο πρά­σι­νο. Με δυ­σκο­λί­α, συ­νε­χείς ε­λιγ­μούς και στά­σεις για έ­λεγ­χο του ε­δά­φους φτά­σα­με σε ένα ξέφωτο.
Το τρε­χού­με­νο νε­ρό ή­ταν θεί­ο δώ­ρο, αν και λι­γο­στό μας δρό­σι­σε.
Στην α­πέ­να­ντι πλα­γιά α­πλω­νό­ταν έ­να δά­σος α­ριάς  τό­σο πυ­κνό που ο ή­λιος δεν το περ­νού­σε. Το έ­δα­φος ή­ταν καλ­υ­μμέ­νο α­πο πα­χύ στρώ­μα φύλ­λων, γύ­ρω ή­ταν διά­σπαρ­τα α­πο­μει­νά­ρια α­πο κο­νά­κια τσοπαναραίων α­πο το μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν, όταν τα βου­νά έ­σφι­ζαν α­πο ζω­ή και κου­δου­νί­σμα­τα.

Η μυ­ρω­διά του κα­πνού γι­νό­ταν α­πο­πνι­κτι­κή, η ά­πνοια τον κρα­τούσε χα­μη­λά, μό­λις περ­νού­σε τα πλα­τά­νια.
Α­νη­συ­χή­σα­με κι αρ­χί­σα­με να ψά­χνου­με για τη φω­τιά αλ­λά η α­νη­συ­χί­α μας κράτη­σε λί­γο. Απ` το δά­σος α­νά­με­σα απ`τα ίλ­κια ξε­πρό­βα­λε έ­νας μαύ­ρος  σκύλος α­πο κεί­νους τους τσο­πα­νό­σκυ­λους που συ­να­ντάς στα κο­πά­δια της Νό­τιας Εύ­βοιας,
Μέ­τριο α­νά­στη­μα, φου­ντω­τή ου­ρά και μά­τια που πε­τούν σπί­θες, εί­ναι ντό­πια ρά­τσα,
ό­λα έ­χουν μια κο­ψιά λές και εί­ναι βγαλ­μέ­να απ` το ί­διο κα­λού­πι.
Μας πλη­σί­α­σε α­πει­λητι­κός γαβγίζοντας, έ­δει­χνε τα δό­ντια του αλ­λά κρα­τούσε α­πό­στα­ση α­σφα­λεί­ας. Σε λί­γο πρό­βα­λε έ­να μου­λά­ρι φορ­τω­μέ­νο ξύ­λα, με­τά και δεύ­τε­ρο, τα συ­νό­δευε μια με­σό­κο­πη γυ­ναί­κα με μέ­τριο α­νά­στη­μα, ή­ταν γε­ρο­δε­μέ­νη, στα χέ­ρια της κρα­τού­σε μα­γκού­ρα που την γύ­ρι­ζε στον α­έ­ρα με τέχνη.
Δρα­σκέ­λι­σε τη ρε­μα­τιά με ευ­κι­νη­σί­α που θα την ζή­λευε έ­φη­βος κι έ­κα­νε προς το μέ­ρος μας. Μας χαι­ρέ­τι­σε, η α­πο­ρί­α ή­ταν ζω­γρα­φι­σμέ­νη στο πρόσωπο της, δεν μπο­ρού­σε να κα­τα­λά­βει πως  βρε­θή­κα­με ε­κεί με τ`α­μά­ξι α­φου δεν υ­πάρ­χει δρό­μος και η πρό­σβα­ση γί­νε­ται μό­νο με τα πό­δια ή με ζώ­α κι ό­ταν α­κό­μα της εξη­γή­σα­με φαι­νό­ταν να μη το πι­στεύ­ει κοι­τού­σε μια το α­μά­ξι μια ε­μάς και χαμο­γε­λού­σε.
Μας κά­λε­σε πιο κά­τω για κα­φέ, ό­χι δεν ή­ταν το σπί­τι της, α­πλά εί­χε στή­σει ένα κα­μί­νι με τον ά­ντρα της. Κα­τη­φο­ρί­σα­με τη ρε­μα­τιά έ­χο­ντας το σκυ­λί στα  τρί­α μέ­τρα να γαβγίζει α­στα­μά­τη­τα, αν δεν ή­ταν τ`α­φε­ντι­κό του κο­ντά σί­γου­ρα  θα εί­χε ε­πι­τε­θεί και δί­καια διό­τι βρι­σκό­μα­σταν στην πε­ριο­χή του.
Το κα­μί­νι ή­ταν σχε­δόν έ­τοι­μο, ο μπάρ­μπα Θόδωρος -έ­τσι τον έ­λε­γαν- έ­ρι­χνε τις τε­λευ­ταί­ες φτυα­ριές χώ­μα για να κα­λύ­ψει τα κε­νά.
Μας εί­δε να φθά­νου­με, ά­φη­σε τη δου­λειά και ήλ­θε να μας κα­λω­σο­ρί­σει, η χει­ραψί­α του ή­ταν ε­γκάρ­δια, το ί­διο και η κυ­ρά Λουκία η γυ­ναί­κα του.
Κα­θί­σα­με κα­τά­χα­μα και κάναμε κουβέντα α­πό που εί­μα­στε, πως φθά­σα­με μέ­χρι ε­κεί. Πά­νω στην ώ­ρα ήλ­θε και το πα­τρο­πα­ρά­δο­το τσί­που­ρο, ζυ­μω­τό ψω­μί, φρέ­σκο κε­φα­λο­τύ­ρι και ντο­μά­τα α­πο το φα­νά­ρι. Φα­νά­ρι σε λει­τουρ­γί­α εί­χα να συ­να­ντή­σω α­πο παι­δί. Οι γεύ­σεις ή­ταν μο­να­δι­κές κι ό­λα αυ­τά κά­τω απ` τα πλα­τά­νια.
Η συ­ζή­τη­ση που α­κο­λού­θη­σε εί­χε εν­δια­φέ­ρον, μά­θα­με α­πο πρώ­το χέ­ρι για το κα­μί­νι, τα κάρ­βου­να και τα μυ­στι­κά τους.
Ο μπάρ­μπα Θόδωρος εί­ναι χείμαρρος στη διήγηση του, μι­λά­ει δυ­να­τά, μορ­φά­ζει, κά­νει χει­ρο­νο­μί­ες, πε­τά­ει αρ­βα­νί­τι­κες λέ­ξεις, εί­ναι α­πό­λαυ­ση να τον παρα­κο­λου­θείς.
Την δου­λειά την έ­μα­θε α­πο  τον πα­τέ­ρα του.Ή­ταν παι­δά­κι α­κό­μη ό­ταν τον έ­παιρνε κο­ντά του, ξη­με­ρο­βρα­δια­ζό­τα­νε στο κα­μί­νι, βο­η­θού­σε και μά­θαι­νε την τέχνη.

Η πα­ρα­γω­γή κάρ­βου­νου εί­ναι πα­ρα­δο­σια­κή τέ­χνη της Αρ­με­νί­ας, στη Βό­ρεια Ελ­λά­δα την ξε­κί­νη­σαν οι Σα­μο­θρα­κή­τες και ε­πε­κτά­θη­κε και στη Νό­τια.
Ο μπάρ­μπα Θοδωρής αφηγείται, κα­τα­γρά­φω τα πά­ντα.
Τα πα­λιά χρό­νια ά­δεια κο­πής ξύ­λων έ­βγα­ζε μό­νο ο έ­μπο­ρος και έ­στη­νε κα­μίνια κα­τά πα­ραγ­γε­λί­α, κα­τό­πιν α­γό­ρα­ζε 1,5-2 δραχ­μές το κι­λό α­πο τον πα­ρα­γω­γό.
Σή­με­ρα οι ά­δειες εκ­δί­δο­νται α­πο το Δα­σαρ­χεί­ο κατ` ευ­θεί­αν στον πα­ρα­γω­γό και τα κάρ­βου­να τα ε­μπο­ρεύ­ε­ται μό­νος του. Η ποιό­τη­τα ε­ξαρ­τά­ται α­πο τον μάστο­ρα και την τέ­χνη του, το κα­λύ­τε­ρο ξύ­λο εί­ναι το πουρ­νά­ρι και το ρύ­κι σπανί­ζουν ό­μως, με­τά εί­ναι η δρύς, η βα­λα­νι­διά και η ε­λιά. Η κα­τα­σκευ­ή του εί­ναι ό­λη η τέ­χνη, α­πο­τε­λεί­ται από ξύ­λα, ά­χυ­ρο και χώ­μα.
Η αρ­χή γί­νε­ται με τη συλ­λο­γή ξύ­λου, κο­πή κα­τά μέ­γε­θος, α­τέ­λειω­τες πο­ρεί­ες με τα μου­λά­ρια και στοίβαγμα σε κύ­κλο εί­ναι η δη­μιουρ­γί­α του κα­μι­νιού.
Α­φού στοιβαχτούν τα ξύ­λα ντύ­νο­νται με ά­χυ­ρο για να κρα­τά το χώ­μα με το ο­ποίο θα κα­λυ­φθεί ο­λό­κλη­ρο. Στην κο­ρυ­φή α­φή­νουν μια τρύ­πα α­νοι­χτή, α­πο ε­κεί θα βά­λουν φω­τιά, περιφερειακά πέ­ντε –έ­ξι τρύ­πες λει­τουρ­γούν σαν α­ε­ρα­γω­γοί.
Εικοσιπέντε τό­νοι ξύ­λου αρ­κούν για να δώ­σουν 6 τό­νους κάρ­βου­νου.
Εί­ναι ση­μα­ντι­κό το κα­μί­νι να έ­χει κα­λή καύ­ση, ε­άν πά­ρει πο­λύ α­έ­ρα,το κάρ­βου­νο  γί­νε­ται ε­λα­φρύ, δεν κρα­τά­ει . Ό­ταν ο α­έ­ρας περ­νά­ει με μέ­τρια ρο­ή γί­νεται βα­ρύ,έ­τσι κερ­δί­ζει ο πα­ρα­γω­γός σε κι­λά  αλ­λά και ο κα­τα­να­λω­τής για­τί κρα­τά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρη ώ­ρα η καύ­ση, αυ­τό χαρακτηρίζει και την ποιό­τη­τα.
Το κα­μί­νι θέ­λει το μά­στο­ρα στην κυ­ριο­λε­ξί­α σε ε­γρή­γορ­ση, ε­άν υ­πο­χω­ρή­σει το χώ­μα και α­νοί­ξει τρύ­πα σε κά­ποιο ση­μεί­ο εί­ναι χα­μέ­νος κό­πος, ο κίν­δυ­νος να γί­νει στά­χτη είναι με­γά­λος. Τα βρά­δια φυ­λά­νε βάρ­διες, το φέρ­νουν βόλ­τα με το φα­νό ό­λη τη νύ­χτα. Ό­ταν ο κα­πνός γί­νει γα­λά­ζιος ση­μαί­νει ό­τι η καύση εί­ναι κα­λή, κα­τε­βά­ζουν με προ­σο­χή τις στί­βες των ξύ­λων που υ­πο­χω­ρούν κάθε τρείς η­μέ­ρες-δου­λειά ε­πι­κίν­δυνη- μέ­χρι να κά­τσει τε­λεί­ως.
Ό­ταν ο­λο­κλη­ρω­θούν οι ερ­γα­σί­ες, κα­θα­ρί­ζουν το ά­χυ­ρο και το κάρ­βου­νο εί­ναι έ­τοι­μο να γε­μί­σει τα τσου­βά­λια. Η καύ­ση διαρ­κεί 15 η­μέ­ρες και α­παι­τού­νται άλλες 4 για να το­πο­θε­τη­θεί στα σακ­κιά το βά­ρος των ο­ποί­ων κυμαίνεται α­πο 40 έ­ως 45 κι­λά.
Πω­λεί­ται με το κι­λό αλ­λά και με το σακίί. Συ­νο­λι­κά α­παι­τεί­ται έ­νας μή­νας για συλ­λο­γή ξύ­λου, στοίβαγμα, κά­ψι­μο, τσου­βά­λια­σμα. Ο κύ­κλος ζω­ής του κα­μι­νιού εί­ναι συ­νε­χής α­γώ­νας και φτιά­χνουν 4-5 το χρό­νο.
Η κα­λύ­τε­ρη ε­πο­χή εί­ναι η Ά­νοι­ξη και το Φθινόπωρο διό­τι ο και­ρός εί­ναι δροσε­ρός και το ξύ­λο γε­ρό. Οι ε­πο­χές αυ­τές δί­νουν τη δυ­να­τό­τη­τα για δου­λειά όσο κρα­τά­ει το φώς της η­μέ­ρας. Το κα­λο­καί­ρι εί­ναι ε­πι­κίν­δυ­νο για φω­τιά, τον χει­μώ­να α­πα­γο­ρευ­τι­κό λό­γω βρο­χής. Την τέ­χνη του κα­μι­νιού την μα­θαί­νουν συ­νέ­χεια, εί­ναι δου­λειά των με­γά­λων αν­θρώ­πων, ε­λά­χι­στοι νέ­οι α­σχο­λού­νται με τα κάρ­βου­να.
Ο μπάρ­μπα Θόδωρος τέ­λειω­σε το τσι­γά­ρο του, ση­κώ­θη­κε και πή­γε προς το κα­μί­νι,σαν αί­λου­ρος α­νέ­βη­κε τη σκά­λα και του`δω­σε φω­τιά, κα­τέ­βη­κε τό’­φε­ρε βόλ­τα πα­ρα­τη­ρώ­ντας το προσεκτικά, το σταύ­ρω­σε και γύ­ρι­σε προς το μέ­ρος μας.
Στο βλέμμα  του εί­χε σχη­μα­τι­σθεί η γα­λή­νια ει­κό­να της α­να­μο­νής.

Α­νά­λα­φρη αύ­ρα συ­νο­δεύ­ει τη δι­ή­γη­ση του μπάρ­μπα Θόδωρου, δί­νει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι ό­λα τα εί­χε κρυμ­μέ­να μέ­σα του σα να περίμενε τη στιγμή να τ`α­φή­σει ε­λεύ­θε­ρα ν` α­να­κα­τευ­θούν με την καρ­βου­νό­σκο­νη α­να­δρο­μή στα α­ό­ρατα μο­νο­πά­τια του νού που περ­πά­τη­σε α­πο τα παι­δι­κά του χρό­νια μέ­χρι σή­με­ρα.
Σκλη­ρή πο­ρεί­α ζω­ής, ε­πι­βί­ω­ση κά­τω α­πο α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες, στο πλευ­ρό του άρρη­κτος κρί­κος η γυ­ναί­κα του, μη­τέ­ρα, φί­λος, σκλη­ρός δου­λευ­τής, ο ι­δα­νι­κός συνδυασμός.

Ο κα­πνός μυ­ρί­ζει α­κό­μη ό­ταν κοι­τώ τις φω­το­γρα­φί­ες, τα ρυτιδιασμένα πρό­σω­πα του μό­χθου κα­λύ­πτει η μαύ­ρη σκό­νη, ρο­ζια­σμέ­να χέ­ρια, άν­θρω­ποι της υ­παί­θρου, οι τε­λευ­ταί­οι καρ­βου­νιά­ρηδες.

Σκιές στο σύθαμπο

Ο χειμώνας έκανε την εμφάνιση του, στο καστανοδάσος της Όχης οι γέρικες καστανιές έστρωσαν τα φύλλα τους χαλί στολισμένο  με γήινες πινελιές χωρίς εξάρσεις να τον υποδεχτούν, εικόνες μελαγχολικές. Οι κορμοί φανερώνουν τα σημάδια του χρόνου, οι ρίζες επιμένουν πεισματικά να τροφοδοτούν τη ζωή.
Κουφάρια αποκαμωμένα κείτονται στο έδαφος άλλα από το χρόνο κι άλλα απ` τον ασυγκράτητο θυμό τ`ουρανού που στέλνει κεραυνούς με δύναμη μεγάλη.
Εικόνες από έκθεση αφηρημένων γλυπτών, κορμοί κούφιοι προσφέρουν καταφύγιο στην άγρια ζωή. Εποχή λήθαργου για τις καστανιές που εκατονταετίες στέκουν με τα κλαριά απλωμένα σαν να ζητούν βοήθεια, τρέμουν την οργή του δράκου που η φήμη του περιδιαβαίνει τις πλαγιές, μόνο που ο μυθικός δράκος  ποτέ δεν τις έβλαψε.
Ο δράκος του πολιτισμού παραμονεύει....


Η επόμενη μέρα

Αιγαίον πέλαγος.
Ξεκίνησε από τα παράλια της Τουρκίας γεμάτο γυάλινα όνειρα.
Είχε στα σωθικά του στριμωγμένη τη δυστυχία, μάτια που κοιτούν ικετευτικά τον άγνωστο καπετάνιο που θα τους μεταφέρει στη γη της επαγγελίας. Αυτός, στυγνός επαγγελματίας του πόνου τούς μετέφερε όπως ένα κοπάδι ζώα.
Ο καιρός όμως δεν τους βοήθησε, ο βοριάς του Αιγαίου σφυροκόπησε το μικρό σκάφος που με κόπο τους αποβίβασε σε μια ακτή της Καρυστίας.
Οι έμποροι της απόγνωσης τους παράτησαν μαζί με το σκάφος, το κάνουν με την ίδια ευκολία που αναπνέουν. Κανένας οίκτος, καμία αξία, μετρούν κεφάλια και εισπράττουν  δολάρια. Αιγαίον πέλαγος. Το πλοίο της ελπίδας απόκαμε, έγειρε το ατσάλινο κουφάρι του κι άδειασε τα όνειρα μιας καλύτερης ζωής.

Αιγαίον πέλαγος . Η επόμενη ημέρα.....

Ο μαγικός αυλός

Ήχοι ξεχύθηκαν απ` τον αυλό του Πάνα.
Ήχοι που μόνο αυτός δημιουργεί.
Ήχοι που κρατούν συντροφιά του, τραχείς, ακατέργαστοι
μα ταυτόχρονα γλυκά πρελούδια γεμίζουν τη λιτή ζωή του γέροντα
που μετρά το χρόνο σε ξεκουρδισμένα ημιτόνια.

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Η Μεγάλη Βρύση


Αγγίζω την πέτρα που αντικρίζει τον ήλιο. Ψηλαφίζω το παρελθόν του τόπου μου.
Τα χρόνια που πέρασαν έκρυβαν την περίσσια ομορφιά της μεγάλης βρύσης που είναι ο ορισμός της φύσης μέσα στο χωριό, ένα σκηνικό από αιωνόβια πλατάνια, μυρτιές, σχοίνους και μυρωδάτα περιβόλια. Ο γεροπλάτανος την κρατά στοργικά στην αγκαλιά του, άπλωσε τα κλαδιά του σαν τεράστια χέρια και την αγκάλιασε με τον ίσκιο του. Τ` αηδόνι τραγουδά τον έρωτά του, κρατά συντροφιά στον πεζοπόρο.
Εικόνες περασμένων εποχών περνούν απ` το μυαλό μου όταν σταματώ να δροσιστώ στο νερό της μα νοιώθω ότι δεν ξεδιψώ, περνώ και περνώ και στέκω. Είναι φορές που η οπτασία του μπάρμπα Ντίνου περνά εμπρός μου να ποτίσει τη Φαλίτσα τη φοράδα που είχε μέχρι τα στερνά του, το υπαίθριο μαγαζάκι με τις μοσχομιριστές ομελέτες και τις παρέες που καθόμασταν τα βράδια του καλοκαιριού ν` ακούσουμε τη σιωπή της νύκτας. Είναι ο τόπος που διάλεξα να ζήσω. Κάθε μέρα την καμαρώνω. Είναι η μεγάλη βρύση το μνημείο της φύσης των Στύρων. Στις μέρες μας φόρεσε τα καλά της, αφαίρεσαν τον απρόσωπο σοβά και νάτην καμαρώνει την πέτρινη κορμοστασιά της. Χαϊδεύω την πέτρα που αντικρίζει τον ήλιο. Ψηλαφίζω το παρελθόν του τόπου μου.

Ψηλά στα καταράχια - Διήγημα


Τα πόδια της πατούσαν γερά τη γη, λιγνή σιλουέτα ,λικνιζόταν μ `αέρινη κίνηση, κυνηγούσε τις ακτίνες του ήλιου, άλλοτε μεγάλωνε κι άλλοτε μίκραινε, έπαιζε με τη σκιά.  Δρασκέλιζε τα βράχια με άνεση μοναδική , ώσπου να τη δεις εδώ, βρισκόταν απέναντι, έβλεπε τους αϊτούς  να γυρωπετάνε κι άνοιγε τα χέρια της, πετούσε μαζί τους, έσκουζε στον αέρα , τους μιλούσε. Όλα γίνονται ένα εκεί ψηλά, τα βουνά υπάρχουν  για ν `ακουμπάμε την ψυχή μας στα σύννεφα. Την είχα δει κάποτε στο βουνό, στεγνή σιλουέτα  μα δυνατή σαν σίδερο, μάτια μεγάλα γαλανά, είχαν το χρώμα τ   `ουρανού, πετούσαν σπίθες, ανήσυχα ,χτένιζαν τις πλαγιές, τρύπωναν στα φυλλώματα, φύλαγαν το βιoς της.
Φύση αδάμαστη, ελεύθερη, τίποτε δεν τη σταματούσε, σφύριζε και η σφυριά της περνούσε σαν αστροπελέκι από τη μια πλαγιά στην άλλη, έσκιαζε τ` αγριμικά που λούφαζαν, δεν ξεμυτούσαν. Σαν έφτανε μεσημέρι καθόταν κάτω από το μεγάλο πλατάνι  στα ριζά της ρεματιάς να ξαποστάσει να χορτάσει τη δίψα της. Όταν το μεράκι την έπιανε ,έβγαζε απ` το ταγάρι το σουράβλι κι αντιλαλούσε η πλαγιά, ακόμα και τ `αηδόνια σιωπούσαν, θαύμαζαν την τέχνη της και πώς να μην τη θαυμάζουν αφού έβγαινε από την ψυχή της.  Σαν άρχιζε ο ήλιος να γέρνει, στο πόδι και πάλι για την επιστροφή, πετούσε από βράχο σε βράχο, γρήγορη σαν αστραπή, έφερνε τα δάχτυλα στο στόμα και σφύριζε δυο φορές κοφτά, το σφύριγμά της ήταν διαταγή, τα ζώα παράταγαν τον επιούσιο και τσακιζόντουσαν στην προσταγή της . Τα μάζευε  πριν πέσει  ο ήλιος στο μαντρί, φώναζε τη μάνα της  ν` αρμέξουνε να τελειώσουν γρήγορα, είχε δουλειές να κάνει. Μαθημένη στη σκληρή δουλειά, γεννημένη στις αητοφωλιές του Καβοντόρου ένιωθε την πέτρα μαλακιά κάτω απ` τα πόδια της.
Αυτός ήταν ο τόπος της, αυτός ήταν ο τρόπος που ζούσε, εκεί ψηλά στα καταράχια της Όχης, εκεί που τ` αγριολούλουδα πλέκουν τα χαλί της ευτυχίας την άνοιξη, απ` εκεί έπαιρνε χρώματα η ψυχή της, έλουζε τα μαλλιά της  στα γάργαρα νερά του Δημοσάρη, άκουγε τον κότσυφα να τραγουδά, να της καλομιλάει. Σκληρή ζωή, σκληρή σαν πέτρα μα δεν το `βαζε κάτω, πατούσε τις σάρες , τα λιβάδια, ανέμιζε τη μαγκούρα στα επιδέξια χέρια της. Πιστός φίλος της ήταν ο Κούρκος, ένας μαύρος τσοπανόσκυλος απ` αυτούς που συναντάς στα κοπάδια της Καρυστίας, μια κοψιά έχουν όλα, μέτριο ανάστημα γυριστή ουρά και μια άσπρη ρίγα στο στήθος. Ήταν το δεξί της χέρι δεμένος μαζί της με μια σχέση αλληλεξάρτησης. Δε χρειαζόταν να του μιλήσει, ένα νεύμα αρκούσε, είχε μυαλό ξυράφι, καταλάβαινε τα πάντα Την εποχή που τα γίδια γεννούσαν γυρνούσε ανήσυχος τις ρεματιές και τα γκρέμια για να μαζέψει τις ξεκομμένες μάνες  που κρυβόντουσαν στ` απόσκια  να γεννήσουν με ασφάλεια. Οι αλεπές, καραδοκούσαν. Το’ ξερε ο Κούρκος και δεν έβαζε μουσούδι κάτω, το’ χε ψηλά, οσμιζόταν τον αέρα, έψαχνε ασταμάτητα. Καθισμένη στις κορφές περίμενε ν`ακούσει το γαύγισμα του, τα βελάγματα των μικρών, να πάει να τα μαζέψει. Εικόνες γεννημένες στα πετρόχτιστα βουνά του Καφηρέα, εικόνες σημερινές συνεχίζουν να ζουν στα χωριά , στους λιγοστούς κατοίκους, στα παιδικά μάτια π`αγναντεύουν το πέλαγος. Ταυτίζονται με το βλέμμα του σπιζαετού  πετούν μαζί του, την ώρα που ο ήλιος σπέρνει χρυσάφι στα νερά ,η κραυγή  της ελευθερίας γίνεται απόγνωση που σχίζει τους αιθέρες. Εκεί ψηλά ,στα φαράγγια  και τα ρέματα της Όχης ακόμη και σήμερα κρύβεται τ`αερικό που κλώθει τα παραμύθια.