Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΚΑΒΟΝΤΟΡΟ


Τα χνάρια του χρόνου ανεξίτηλα σημάδια βαδίζουν τα μονοπάτια που χάραξε η ανάγκη, βιός από πλαγιά σε πλαγιά αντάμα με τον άνεμο και την πέτρα,ζωή που ζεί απο τ'αγριοβοτάνι και τον ακούραστο τσοπάνη που πατά τα βουνά αναζητώντας πενιχρά βοσκοτόπια.
Εικόνες χαρμόσυνες όταν ο αγέρας κτυπά το ξεχασμένο σήμαντρο μα σαν αγριεύει, η ζωή μοιάζει να διστάζει. 
Ο χρόνος στα χωριά σιωπηλός σαν τους γέροντες που κοιτούν αμίλητοι τη φωτιά και περιμένουν. 
Τα παιδιά έφυγαν κι άφησαν τις αυλές βουβές.
Τα παραμύθια κτυπούν τη μοναξιά με πείσμα και χορταριάζουν τις μνήμες από τις παιδικές φωνές, κινούν σαν σκιές τις θύμησες που δεν υπάρχουν πια, σβήνουν όταν η σκόνη της λήθης τα σκεπάσει. Ο παππάς δεν λειτουργεί την εκκλησιά, μόνο ο λυγμός της τυτούς ακούγεται που κουρνιάζει στη φωλιά της γαλήνης.
Ξημερώνει στα χωριά κι η ησυχία που ακούγεται είναι σαν τη νύχτα που πέφτει.
Ο χρόνος ξέχασε τον εαυτό του το φώς σιωπηλό σαν σκοτάδι φωνάζει τη λύπη του.
Ρυτίδες αυλακώνουν τους λιγοστούς κατοίκους κι ο χρόνος περνά και το δάκρυ δεν βρίσκει τόπο να ξαποστάσει..